ἀματα

ἀματα
Grammatical information: n.pl.?
Meaning: disputed; hapax in SIG 421 Α 5 and 26 (IIIa)
Origin: IE [Indo-European] [35] *h₂eh₂m-ōr `day'
Etymology: Schwyzer RhM 72, 434ff. took it as = ἀδόλως and analyzed it as ἄ-ματα (cf. αὐτόματος), with Baunack Philol. 65, 317f. S. also Kretschmer Glotta 12, 188. Leumann Hom. Wörter 276 returns to the view that it is simply = ἤματα `days', no doubt correctly.
Page in Frisk: 1,87-88

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αμάτα — I (Αστρον.).Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1924. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,2, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος… …   Dictionary of Greek

  • ἄματα — ἄμπ repose neut nom/voc/acc pl ἄ̱ματα , ἦμαρ day neut nom/voc/acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄματα — ἄματα , ἄμπ repose neut nom/voc/acc pl ἄ̱ματα , ἦμαρ day neut nom/voc/acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅματ' — ἄματα , ἄμπ repose neut nom/voc/acc pl ἄματι , ἄμπ repose neut dat sg ἄματε , ἄμπ repose neut nom/voc/acc dual ἄ̱ματα , ἦμαρ day neut nom/voc/acc pl (doric) ἄ̱ματι , ἦμαρ day neut dat sg (doric) ἄ̱ματε , ἦμαρ day neut nom/voc/acc dual (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.